25 Μαΐου 1834: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας καταδικάζονται σε θάνατο.
Είχαν κατηγορηθεί ότι συνωμοτούσαν κατά της αντιβασιλείας.
Είχαν κατηγορηθεί ότι συνωμοτούσαν κατά της αντιβασιλείας.
Υπέρ της απαλλαγής τους ψηφίζουν οι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης.
Την επομένην ο βασιλεύς Όθων μετέτρεψε την ποινήν εις 20ετή ειρκτήν. Ο Κολοκοτρώνης, όταν το επληροφορήθη ανέκραξε με την γνωστήν θυμοσοφίαν του «θα τον γελάσω τον μεγαλειότατο. Δεν θα ζήσω 20 χρόνια».
Μετά την ενηλικίωσίν του, ο Όθων (1835) απένειμε πλήρη χάριτα εις τούς καταδικασθέντας καί ετίμησε πολλαπλώς τον Γέρο τού Μοριά.
Η δίκη άρχισε στις 30 Απριλίου 1834 και διεξήχθη στο τουρκικό τζαμί του Ναυπλίου. Εισαγγελέας ήταν ο Εδουάρδος Μάσον, ο οποίος και κατηγόρησε με άκαμπτο πείσμα τον Κολοκοτρώνη.
Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο είχε συγκλονίσει το ακροατήριο, όταν μάλιστα στην ερώτηση του προέδρου «Τι επάγγελμα κάνεις;» ο Γέρος του Μοριά απάντησε:
«Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για την λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω».
