Τρίτη 26 Μαΐου 2015

25 Μαΐου 1834: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας καταδικάζονται σε θάνατο.
Είχαν κατηγορηθεί ότι συνωμοτούσαν κατά της αντιβασιλείας.
Υπέρ της απαλλαγής τους ψηφίζουν οι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης.
Την επομένην ο βασιλεύς Όθων μετέτρεψε την ποινήν εις 20ετή ειρκτήν. Ο Κολοκοτρώνης, όταν το επληροφορήθη ανέκραξε με την γνωστήν θυμοσοφίαν του «θα τον γελάσω τον μεγαλειότατο. Δεν θα ζήσω 20 χρόνια».
Μετά την ενηλικίωσίν του, ο Όθων (1835) απένειμε πλήρη χάριτα εις τούς καταδικασθέντας καί ετίμησε πολλαπλώς τον Γέρο τού Μοριά.
Η δίκη άρχισε στις 30 Απριλίου 1834 και διεξήχθη στο τουρκικό τζαμί του Ναυπλίου. Εισαγγελέας ήταν ο Εδουάρδος Μάσον, ο οποίος και κατηγόρησε με άκαμπτο πείσμα τον Κολοκοτρώνη.
Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο είχε συγκλονίσει το ακροατήριο, όταν μάλιστα στην ερώτηση του προέδρου «Τι επάγγελμα κάνεις;» ο Γέρος του Μοριά απάντησε:
«Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για την λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω».